Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011



Στις 28 Οκτωβρίου 1957 η σωρός του Καζαντζάκη παραμένει στο νεκροτομείο. Οι διαδικασίες για τη μεταφορά πολλές και χρονοβόρες και η ελπίδα να μεταφερθεί  με αεροπλάνο της Ολυμπιακής, ύστερα από μεσολάβηση του Αριστοτέλη Ωνάση, για άγνωστους λόγους δεν καρποφορεί. Η οδική μεταφορά ήταν η μόνη λύση, προκειμένου να ικανοποιηθεί η τελευταία επιθυμία του Καζαντζάκη να ταφεί στα πάτρια χώματα.

Το 1945 στην Κρήτη. Εκεί όπου φύτρωναν καλαμπόκια και τάφοι...
   Σ' αυτά τα πάτρια χώματα αναφέρεται ο συγγραφέας στο έργο του "Ο Καπετάν Μιχάλης, Ελευθερία ή Θάνατος" (Αθήνα 2003, σ. 9-10)  και από τον πρόλογό του, που έγραψε λίγα χρόνια μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, μεταφέρουμε το ακόλουθο απόσπασμα. Ίσως δεν έχει την άμεση σχέση με το ζήτημα του θανάτου, έχει όμως σχέση με τη σημερινή εθνική επέτειο και με τη διαπίστωση (πικρή ή όχι εναπόκειται στην κρίση του καθενός) ότι 58 χρόνια μετά οι διαπιστώσεις του είναι επίκαιρες, καθώς δεν έχει τίποτα αλλάξει σε αυτόν τον τόπο και στο λαό του...

[…] «Πολλοί που διάβασαν τον Καπετάν Μιχάλη θαρρούν πως τέτοια παιδιά — τέτοια αντράκια, όπως λέμε στην Κρήτη — ποτέ δεν υπήρξαν, ούτε άντρες τόσο χεροδύναμοι, τόσο ψυχοδύναμοι, που ν' αγαπούν με τόση λαχτάρα τη ζωή και ν' αντικρίζουν με τόση περιφρόνηση το θάνατο. Πώς να πιστέψουν οι άπιστοι τί θάματα μπορεί να γεννήσει η πίστη; Ξεχνούν πως η ψυχή του ανθρώπου γίνεται παντοδύναμη, όταν συνεπαρθεί από μια μεγάλη ιδέα. Τρομάζεις όταν, ύστερα από πικρές δοκιμασίες, καταλάβεις πως μέσα μας υπάρχει μια δύναμη που μπορεί να ξεπεράσει τη δύναμη του ανθρώπου· τρομάζεις, γιατί από τη στιγμή που θα καταλάβεις πως υπάρχει η δύναμη αυτή, δεν μπορείς πια να βρεις δικαιολογίες για τις ασήμαντες ή άναντρες πράξες σου, για τη ζωή σου τη χαμένη, ρίχνοντας το φταίξιμο στους άλλους· ξέρεις πια πως εσύ, όχι η τύχη, όχι η μοίρα, μήτε οι άνθρωποι γύρα σου, εσύ μονάχα έχεις, ό,τι κι αν κάμεις, ό,τι κι αν γίνεις, ακέραιη την ευθύνη. Και ντρέπεσαι τότε να γελάς, ντρέπεσαι να περγελάς αν μια φλεγόμενη ψυχή ζητάει το αδύνατο.

Καλά πια καταλαβαίνεις πως αυτή 'ναι η αξία του ανθρώπου: να ζητάει και να ξέρει πως ζητάει το αδύνατο· και να 'ναι σίγουρος πως θα το φτάσει, γιατί ξέρει πως αν δε λιποψυχήσει, αν δεν ακούσει τί του κανοναρχάει η λογική, μα κρατάει με τα δόντια την ψυχή του κι εξακολουθεί με πίστη, με πείσμα να κυνηγάει το αδύνατο, τότε γίνεται το θάμα, που ποτέ ο αφτέρουγος κοινός νους δε θα μπορούσε να το μαντέψει: το αδύνατο γίνεται δυνατό.

Το ελληνικό Γένος αν σώθηκε ως τα σήμερα, αν επέζησε ύστερα από τόσους εχτρούς — εξωτερικούς κι εσωτερικούς, προπάντων εσωτερικούς — ύστερα από τόσους αιώνες κακομοιριά, σκλαβιά και πείνα, το χρωστάει όχι στη λογική — θυμηθείτε τους τρεις εμποράκους που ίδρυσαν τη Φιλική Εταιρεία, θυμηθείτε το ‘21 — το χρωστάει στο θάμα. Στην ακοίμητη σπίθα που καίει μέσα στα σωθικά της Ελλάδας.

Ευλογημένη η σπίθα αυτή που αψηφάει τις φρόνιμες συμβουλές της λογικής, κι όταν φτάσει το Γένος στα χείλια του Γκρεμού, βάζει φωτιά σε ολόκληρη την ψυχή και φέρνει το θάμα. Στα θάματα χρωστάει η Ελλάδα τη ζωή της.
"Πατρίδα, πατρίδα", αναστενάζει ο Μακρυγιάννης,"ήσουνε άτυχη από ανθρώπους να σε κυβερνήσουν! Μόνος ο Θεός... σε κυβερνεί και σε διατηρεί ακόμη"! Αλήθεια μόνο ο Θεός, μόνο η σπίθα· τη στιγμή που κιντυνεύει σε μια γωνιά της Ελλάδας να σβήσει, πετιέται σε μιαν άλλη και γίνεται πυρκαγιά. […]

Πάλι οι φρόνιμοι, οι λιγόπιστοι, δίνουν νηφάλιες, πολύ λογικές συμβουλές· πώς μπορεί, λένε, μια σπίθα φως να τα βάλει με τόσο παντοδύναμο σκοτάδι; Όμως ο αληθινός άντρας δεν απελπίζεται· ξέρει αυτός πως στον άτιμο, αλλοπρόσαλλο τούτον κόσμο ζουν, ας είναι και σε λιγοστά στήθια, μερικές θεμελιακές αρχές, θυγατέρες του ανθρώπου, που αυτός τις έπλασε με ιδρώτα, αίμα και κλάματα, κι είναι αθάνατες· οι περισσότερες γεννήθηκαν στην Ελλάδα· δυο οι πιο τρανές: η ελευτερία κι η αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

Υπάρχει στον κόσμο τούτον ένας μυστικός νόμος — αν δεν υπήρχε, ο κόσμος θα 'ταν από χιλιάδες χρόνια χαμένος — σκληρός κι απαραβίαστος: το κακό πάντα στην αρχή θριαμβεύει και πάντα στο τέλος νικάται. Θαρρείς κι είναι απαραίτητος αγώνας πολύς κι ιδρώτας πολύς για να εξαγοράσει ο άνθρωπος το δίκιο του — κι η ελευτερία είναι το πιο ακριβαγόραστο αγαθό· δε δίνεται δωρεάν μήτε από τον άνθρωπο μήτε από το Θεό· πηγαίνει από χώρα σε χώρα, όπου τη φωνάξουν, από καρδιά σε καρδιά, ανύπνωτη, ανυπόταχτη, χωρίς συμβιβασμό. […]

"Η τύχη μάς έχει τους Έλληνες", λέει πάλι ο Μακρυγιάννης, "πάντοτε ολίγους... παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θερία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε· τρώνε από μας και μένει και μαγιά". Αυτή τη μαγιά τήνε λέω σπίθα. Είναι η σπίθα που καίει αθάνατη μέσα στα σωθικά της Ελλάδας.

Αυτό 'ναι το μυστικό της Ελλάδας· σαν το παραμυθένιο πουλί καίγεται, γίνεται στάχτη, κι από τη στάχτη ξεπετιέται ανανιωμένη. Δε θα πεθάνει λοιπόν ποτέ η ράτσα ετούτη; Δεν μπορεί να την εξαφανίσει από το πρόσωπο της γης μήτε καν η διχόνοια; Όχι, δεν μπορεί· σίγουρα υπάρχει μέσα της κάτι το αναπάντεχο, το ανανεούμενο, το αληθινά θεϊκό·» […]

ΜΟΥΣΕΙΟ ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.